Αφαίρεση Ογκιδίων των Βλεφάρων


Στην περιοχή των βλεφάρων αναπτύσσονται διάφορα μορφώματα, όπως ογκίδια, σπίλοι, κύστες. Κάθε ογκίδιο στην περιοχή των βλεφάρων πρέπει να ελέγχεται από εξειδικευμένο οφθαλμίατρο και να αντιμετωπίζεται ανάλογα με την εικόνα και την έκτασή του. Στην περιοχή του βλεφάρου μπορεί να εμφανιστούν διάφορες βλάβες. Αυτές μπορεί να είναι εντελώς αθώες, όπως κάποιο φλεγμονώδες ογκίδιο (όπως τα γνωστά χαλάζια), κάποια καλοήθης αλλοίωση, ή περισσότερο επικίνδυνες καταστάσεις, όπως ένας κακοήθης όγκος. Οι καταστάσεις που δεν έχουν σίγουρη κλινική διάγνωση πρέπει να αφαιρεθούν, είτε για να αποφευχθεί η διόγκωσή τους και η καταστροφή της ομαλής ανατομίας του βλεφάρου, είτε για να σταλούν για βιοψία ώστε να μπει η τελική διάγνωση.

Η αφαίρεση ενός όγκου από το βλέφαρο είναι πολύπλοκη διαδικασία, καθώς είναι απαραίτητη η πλήρης αποκατάσταση της λειτουργίας του βλεφάρου για την προστασία του βολβού του οφθαλμού. Ανάλογα με τον τύπο και το μέγεθος της βλάβης, επιλέγουμε από ένα μεγάλο αριθμό πλαστικών επεμβάσεων των βλεφάρων, ώστε το αποτέλεσμα να είναι το καλύτερο δυνατό αισθητικά και λειτουργικά. Έτσι, σε μια μικρή βλάβη μπορεί να παραμείνει μια πολύ μικρή ουλή, η οποία σύντομα δεν είναι καν ορατή. Όμως, σε μεγάλες βλάβες πρέπει να πραγματοποιηθεί εκτεταμένη εξαίρεση και αποκατάσταση της πολύπλοκης ανατομίας του βλεφάρου. Στις περισσότερες περιπτώσεις η αποκατάσταση έχει σαν αποτέλεσμα μια άριστη αισθητική εικόνα.

Σε όλες τις περιπτώσεις εξαίρεσης βλάβης του βλεφάρου, αυτές αποστέλλονται για βιοψία. Η βιοψία αποκαλύπτει αν πρόκειται για κακοήθεια, καθώς και αν η βλάβη έχει εξαιρεθεί πλήρως και επί υγιών ορίων. Συνήθως η αλλοίωση σε κυτταρικό επίπεδο είναι πιο προχωρημένη από ότι είναι ορατό. Για το λόγο αυτό σε υποψία κακοήθειας η εξαίρεση γίνεται σε μεγαλύτερα όρια από την ορατή βλάβη. Σε περίπτωση λοιπόν που η βιοψία δείξει κακοήθεια που δεν έχει εξαιρεθεί πλήρως, πρέπει η επέμβαση να επαναληφθεί για την επιβεβαίωση της πλήρους εξαίρεσης της βλάβης.

Η επέμβαση πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία και μια ήπια μέθη. Σε περίπτωση που ο ασθενής βρίσκεται υπό αγωγή με αντιπηκτικά ή αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, είναι καλύτερο να τα διακόψει για 7 ημέρες πριν το χειρουργείο, πάντα σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό. Άλλα φάρμακα που μπορεί να επιτείνουν μια αιμορραγία είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη.

Όπως πάντα μετά από χειρουργεία των βλεφάρων, έτσι και στην περίπτωση αυτή δημιουργείται εκχύμωση και οίδημα στη χειρουργημένη περιοχή. Η εκχύμωση μπορεί να παραμείνει για 1-3 εβδομάδες και το οίδημα για 1-2 εβδομάδες. Σε εκτεταμένα χειρουργεία υπάρχει η πιθανότητα επιμονής του οιδήματος. Σπάνιες ανεπιθύμητες καταστάσεις αποτελούν η επιμόλυνση της χειρουργημένης περιοχής, η δημιουργία υπερτροφικών αντιαισθητικών ουλών και η αντίδραση στα ράμματα. Επίσης, σε περίπτωση που έχει μεταφερθεί δέρμα από άλλη περιοχή του προσώπου, υπάρχει ο κίνδυνος νέκρωσης του μοσχεύματος.